Ανάγκη

ανάγκη < αρχαία ελληνική ἀνάγκη

ἀνάγκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *anḱ- (μοίραπεπρωμένο)

Σημασιολογία:

αναφέρεται σε κάτι που το επιβάλλουν τα ίδια τα πράγματα, άρα ένας εξωτερικός παράγοντας

αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες
  1. ανάγκη, πιεστική επιθυμία, εξαναγκασμός
  2. λογική αναγκαιότητα
  3. πεπρωμένο
  4. κακοπάθεια, βασανισμός
  5. συγγενικός δεσμός αίματος

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr