Σαδισμός

σαδισμός < από το όνομα του μαρκήσιου Ντε Σαντ (de Sade) Σημασιολογία: το να απολαμβάνει κανείς να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό στους άλλους    

Σκέψη

σκέψη < αρχαία ελληνική σκέψις Σημασιολογία: σκέψη θηλυκό παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς δεν μπορώ να καταλάβω με ποια σκέψη μου φέρεσαι έτσι (συνεκδοχικά) ό,τι σκέφτεται κάποιος για ένα θέμα δεν έκανα καμία σκέψη για τη γιορτή ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και πράττει κάποιος […]

Σουρεαλισμός

σουρεαλισμός < γαλλική surréalisme\ υπερρεαλισμός < γαλλική surréalisme από sur = υπέρ + réalisme = ρεαλισμόςΟ όρος “υπερρεαλισμός (ή “σουρεαλισμός“, όπως προτιμούν μερικοί) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 1917 και ανήκει στον περίφημο Γάλλο ποιητή Guillaume Apollinaire. ρεαλισμός < γαλλική réalisme < λατινική realis < res < πρωτοϊταλικά *reis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *reh₁ís Σημασιολογία: καλλιτεχνικό ρεύμα που βασίστηκε στη θεωρία της ψυχανάλυσης και ειδικά στην αξιοποίηση πληροφοριών από το ασυνείδητο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα του 20ού αιώνα που επιδίωξε την έκφραση του υποσυνείδητου κόσμου, χωρίς λογικό έλεγχο, χωρίς ηθικούς και αισθητικούς […]

Σταυρόλεξο

Ετυμολογία της λέξης σταυρόλεξο σταυρόλεξο < σταυρός + -ο- + λέξη + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική crossword) σταυρός < αρχαία ελληνική σταυρός < αρχαία ελληνική ἵστημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stísteh₂- < *steh₂ ((μεταφραστικό δάνειο) λατινική crux ήδη από την ελληνιστική κοινή) λέξη < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω Σημασιολογία της λέξης σταυρόλεξο Σταυρόλεξο είναι παιχνίδι […]

Στέφανος

στέφανος < αρχαία ελληνική στέφανος στέφανος < στέφω στέφω < αρχαία ελληνική στέφω Σημασιολογία του στέφανος: στεφάνι άυλη τιμητική επιβράβευση Σημασιολογία του στέφω: στεφανώνω γεμίζω, πληρώ θέτω πέριξ, ολόγυρα, σαν στεφάνι περικυκλώνω περιστρέφω παθητικό: στεφανώνομαι, με στεφανώνουν μέσο: βάζω στο κεφάλι μου, μέσο: περιστρέφω  

Στέψη

στέψη < ελληνιστική κοινή στέψις < αρχαία ελληνική στέφω (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική couronnement) Σημασιολογία του στέφω: στεφανώνω γεμίζω, πληρώ θέτω πέριξ, ολόγυρα, σαν στεφάνι περικυκλώνω περιστρέφω παθητικό: στεφανώνομαι, με στεφανώνουν μέσο: βάζω στο κεφάλι μου, μέσο: περιστρέφω

Σύγκρουση

σύγκρουση < αρχαία ελληνική σύγκρουσις Σημασιολογία: ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία αναντιστοιχία, ασυμβατότητα οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική (πληροφορική) η εσφαλμένη υπαγωγή περιοχής δίσκου, κάρτας μνήμης ή άλλου φορέα δεδομένων σε διαφορετικά (περισσότερα του ενός) αναγνωριστικά (αναγνωριστικούς κώδικες)  

συγχρονισμός

συγχρονισμός < ελληνιστική κοινή < συγχρονίζω < σύγχρονος + -ίζω σύγχρονος < αρχαία ελληνική σύγχρονος  

Συγχωρώ

Ετυμολογία: συγχωρώ < αρχαία ελληνική συγχωρῶ (συγχωρέω) συγχωρέω < σύν + χωρέω χωρέω < χῶρος Σημασιολογία του χωρέω: κάνω χώρο για να χωρέσουν κι άλλοι, χωράω εγώ, τρυπώνω, χώνομαι και μπαίνω, ή χώνομαι κάπου και φεύγω τὰ τοξεύματα ἐχώρει διὰ τῶν ἀσπίδων ἐχώρησαν πάλιν αὖτις τὸ ὕδωρ κατὰ τὰς τάφρους ἐχώρει κρητὴρ χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους οὐκ ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ κατοικεῖν ἅμα : η γη δεν τους χωρούσε και τους δυο υποχωρώ γαῖα ἔνερθε χώρησεν: η γη “χώρεσε” το χώμα μέσα της, δηλαδή υποχώρησε το […]

Συμβατός

συμβατός < μεταγενέστερη ελληνική συμβατός < συμβαίνω συμβαίνω < αρχαία ελληνική συμβαίνω συμβαίνω < συν + βαίνω βαίνω < αρχαία ελληνική βαίνω βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem– + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio. Σημασιολογία του συμβαίνω: στέκομαι με τα πόδια ενωμένα (όπως οι κούροι) ὅταν γάρ τι ἀπὸ τῆς γῆς ἄρασθαι βούλωνται, διαβαίνοντες πάντες μᾶλλον ἢ συμβεβηκότες ἐπιχειροῦσιν αἴρεσθαι. :όπως και οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σηκώσουν κάτι από τη γη, ανοίγουν τη δρασκελιά τους μάλλον […]