Σταυρόλεξο

Ετυμολογία της λέξης σταυρόλεξο σταυρόλεξο < σταυρός + -ο- + λέξη + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική crossword) σταυρός < αρχαία ελληνική σταυρός < αρχαία ελληνική ἵστημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stísteh₂- < *steh₂ ((μεταφραστικό δάνειο) λατινική crux ήδη από την ελληνιστική κοινή) λέξη < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω Σημασιολογία της λέξης σταυρόλεξο Σταυρόλεξο είναι παιχνίδι […]

Στέφανος

στέφανος < αρχαία ελληνική στέφανος στέφανος < στέφω στέφω < αρχαία ελληνική στέφω Σημασιολογία του στέφανος: στεφάνι άυλη τιμητική επιβράβευση Σημασιολογία του στέφω: στεφανώνω γεμίζω, πληρώ θέτω πέριξ, ολόγυρα, σαν στεφάνι περικυκλώνω περιστρέφω παθητικό: στεφανώνομαι, με στεφανώνουν μέσο: βάζω στο κεφάλι μου, μέσο: περιστρέφω  

Στέψη

στέψη < ελληνιστική κοινή στέψις < αρχαία ελληνική στέφω (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική couronnement) Σημασιολογία του στέφω: στεφανώνω γεμίζω, πληρώ θέτω πέριξ, ολόγυρα, σαν στεφάνι περικυκλώνω περιστρέφω παθητικό: στεφανώνομαι, με στεφανώνουν μέσο: βάζω στο κεφάλι μου, μέσο: περιστρέφω