ψυχικός

Ψυχή

ψυχή < αρχαία ελληνική ψυχή ψυχή < ψύχω ψύχω < αρχαία ελληνική ψύχω ψύχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰes– (παραπέμπει σε σχετικά με πνοή, φύσημα, κοινό στην ψυχή και στην ψύξη) ή προελληνικής ετυμολογικής προέλευσης Σημασιολογία του ψυχή: ψυχή θηλυκό η βασική αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή το […]