υπερβολή

Υπερβολικός

υπερβολικός < ελληνιστική κοινή ὑπερβολικός < ὑπέρ + βάλλω Σημασιολογία του υπερβολικός: που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία μεγαλύτερος από το επιτρεπτό ή από το ανεκτό πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών (για πρόσωπο) που υπερβάλλει μιλώντας μη γίνεσαι υπερβολικός που αναφέρεται στη γεωμετρική […]