σύμπτωση

Σύμπτωση

σύμπτωση < αρχαία ελληνική σύμπτωσις < σύν + πίπτω πίπτω < αρχαία ελληνική πίπτω πίπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peth₂- (πετώ)