συμβατός

Συμβατός

συμβατός < μεταγενέστερη ελληνική συμβατός < συμβαίνω συμβαίνω < αρχαία ελληνική συμβαίνω συμβαίνω < συν + βαίνω βαίνω < αρχαία ελληνική βαίνω βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem– + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio. Σημασιολογία του συμβαίνω: στέκομαι με τα πόδια ενωμένα (όπως οι κούροι) ὅταν γάρ τι ἀπὸ τῆς γῆς ἄρασθαι βούλωνται, διαβαίνοντες πάντες μᾶλλον ἢ συμβεβηκότες ἐπιχειροῦσιν αἴρεσθαι. :όπως και οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σηκώσουν κάτι από τη γη, ανοίγουν τη δρασκελιά τους μάλλον […]