συγχωρέω

Συγχωρώ

Ετυμολογία: συγχωρώ < αρχαία ελληνική συγχωρῶ (συγχωρέω) συγχωρέω < σύν + χωρέω χωρέω < χῶρος Σημασιολογία του χωρέω: κάνω χώρο για να χωρέσουν κι άλλοι, χωράω εγώ, τρυπώνω, χώνομαι και μπαίνω, ή χώνομαι κάπου και φεύγω τὰ τοξεύματα ἐχώρει διὰ τῶν ἀσπίδων ἐχώρησαν πάλιν αὖτις τὸ ὕδωρ κατὰ τὰς τάφρους ἐχώρει κρητὴρ χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους οὐκ ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ κατοικεῖν ἅμα : η γη δεν τους χωρούσε και τους δυο υποχωρώ γαῖα ἔνερθε χώρησεν: η γη “χώρεσε” το χώμα μέσα της, δηλαδή υποχώρησε το […]