πνέω

Πνεύμα

πνεύμα < αρχαία ελληνική πνεῦμα πνεῦμα < πνέω πνέω < αρχαία ελληνική πνέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pnew– (αναπνέω, ασθμαίνω) Σημασιολογία: πνεύμα ουδέτερο ο νους του ανθρώπου, ατομικά ή συλλογικά η δημιουργία του πολιτισμού είναι η κορυφαία εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος το άυλο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σε αντιδιαστολή με το σώμα δεν ενδιαφέρεται για τα […]