ουτοπία

ουτοπία

ουτοπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική utopia < αρχαία ελληνική οὐ + τόπος (από το έργο του Thomas More Utopia) τόπος < αρχαία ελληνική τόπος (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *top– (κείμαι) ή *tekʷ-)