νότιος

Νόσος

Ετυμολογία της λέξης νόσος νόσος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική νόσος < νοσέω νοσώ < νούσος νόσος < νότιος (ο οφειλόμενος σε υγρασία)