νόος

Νόημα

νόημα < αρχαία ελληνική νόημα νοώ < αρχαία ελληνική νοῶ (νοέω) νους < αρχαία ελληνική νοῦς, αττική συνηρημένη μορφή του ουσιαστικού νόος Σημασιολογία: έννοια, σημασία σημασία, σκοπός νεύμα, γνέψιμο