νωχελικός

νωχελικός

νωχελικός < επίθετο νωχελής + επίθημα -ικός νωχελής < αρχαία ελληνική Σημασιολογία: που αδιαφορεί ή που βαριέται να κάνει οποιαδήποτε πνευματική ή σωματική προσπάθεια