μοιρολάτρης

μοιρολάτρης

μοιρολάτρης < μοίρα + λάτρης λάτρης < αρχαία ελληνική λάτρις < λάτρον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₁y (παρέχω, κατέχω) μοίρα < αρχαία ελληνική μοῖρα μοῖρα < μείρομαι