μέτοικος

μέτοικος

Ετυμολογία του μέτοικος μέτοικος < αρχαία ελληνική μέτοικος < μετά + οἶκος Σημασιολογία του μέτοικος ο κάτοικος της Αρχαίας Αθήνας που καταγόταν από άλλη πόλη και δεν είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα μεταφορικά ο μετανάστης