μάλιστα

Μάλα

μάλα, συγκριτικός μᾶλλον, υπερθετικός μάλιστα μᾶλλον < συγκριτικός βαθμός του μάλα Μᾶλλον, λίαν, πάνυ, πλέον. ἐκ τῆς μή ἀπαγορεύσεως καί τοῦ ἄλλον γίνεται (μή-αλλον) καί μᾶλλον. μᾶλλον τό (μα) μακρόν.

Μάλιστα

μάλιστα < αρχαία ελληνική μάλιστα, υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος μάλα Σημασιολογία: ναι (σε ένδειξη σεβασμού προς το συνομιλητή) όταν ήμουν μικρός, μου έλεγαν ότι στους μεγαλύτερους δεν πρέπει να απαντάω με το “ναι” αλλά με το “μάλιστα“ μονολεκτικό σχόλιο που δηλώνει ότι ο ομιλητής κατανόησε αυτό που μόλις άκουσε και ανάλογα με τον τόνο της φωνής συνδηλώνει έκπληξη, δυσφορία ή […]