λύω

Λύτρα

Σημασιολογία της λέξης λύτρα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος Λυτρώνω σημαίνειλύω, ελευθερώνω κάποιον, αφού πάρω λύτρα (λεφτά) σαν αντάλλαγμα Ετυμολογία της λέξης λύτρα λύτρα < αρχαία ελληνική λύτρα < λύω λύω < αρχαία ελληνική λύω λύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewH- λυτρώνω < μεσαιωνική ελληνική λυτρώνω < αρχαία […]