κήδομαι

ακηδής

Ετυμολογία της λέξης ακηδής ακηδής < αρχαία ελληνική ἀκηδής < ἀ- + κῆδος άπό το κῆδος= φροντίζω· απαντάται και στην ενεργ. κήδω μόνο στον ποιητικό λόγο. κηδεία = φροντίδα κηδεμόνας = ο φροντιστής Σημασιολογία της λέξης ακηδής αμέριμνος, ξέγνοιαστος αμελής, αδιάφορος οκνός