θρησκεία

θρησκεία

θρησκεία < μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία Θρησκεία = «ανάμνηση» τού θείου ή «διαφύλαξη, τήρηση» ; Religio = «αναστοχασμός» ή «δεσμός» με το θείο ; Συχνά στην ιστορική και ειδικότερα στην ετυμολογική έρευνα των λέξεων συμβαίνει ώστε για πολύ σημαντικές, καίριες θα λέγαμε, λέξεις δεν έχουμε ακόμη ασφαλή γνώση τής προέλευσής τους. Αυτό ισχύει και για την […]