ενέδρα

ενεδρεύω

ενεδρεύω < αρχαία ελληνική ἐνεδρεύω< ἐν + έδρα παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ,στήνω ενέδρα, παραμονεύω κάποιον για να του κάνω κακό