εμβριθής

Εμβριθής

Ετυμολογία της  λέξης εμβριθής εμβριθής < αρχαία ελληνική ἐμβριθής < ἐμβρίθω < ἐν + βρίθω βρίθω < αρχαία ελληνική βρίθω είμαι γεμάτος βαρύνω, φορτώνομαι υπερισχύω, νικώ Σημασιολογία της λέξης εμβριθής εμβριθής αρσενικό, εμβριθής θηλυκό, εμβριθές ουδέτερο που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο Ο Σωκράτης, […]