ελλοχεύω

ελλοχεύω

ελλοχεύω < αρχαία ελληνική ἐλλοχῶ < ἐν- + -λοχῶ < λόχος συνηρημένη μορφή του: ἐλλοχάω ἐλλοχάω < λόχος λόχος < αρχαία ελληνική λόχος λόχος < λέχομαι Σημασιολογία: καραδοκώ, παραμονεύω, ενεδρεύω