εγείρω

εγείρω

εγείρω < αρχαία ελληνική ἐγείρω < ινδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) σηκώνω κάποιον από το κρεβάτι, τον ξυπνώ ανασταίνω ανεγείρω οικοδόμημα, χτίζω ξεκινώ κάτι, κινητοποιώ, θέτω σε κίνηση