βωμολόχος

βωμολοχία

βωμολοχία < αρχαία ελληνική βωμολοχία[1] < βωμός + -λοχία (-ολοχία) (καβγάς, αψιμαχία, τσακωμός) βωμός < αρχαία ελληνική βωμός < βαίνω βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem– + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio. Ο Δήμος Βρυξελλών αποφάσισε να τιμωρεί με πρόστιμο όσους βρίζουν στο δρόμο. Δεν θα μπω στην ουσία της […]