αρχή

πειθαρχώ

πειθαρχώ < αρχαία ελληνική πειθαρχέω (πείθομαι σε μία ἀρχή, σε μια εξουσία) πείθομαι < παθητική φωνή του ρήματος πείθω πείθω < αρχαία ελληνική πείθω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeydʰ– (εμπιστεύομαι)  

ύπαρξη

Ετυμολογία: ύπαρξη < αρχαία ελληνική ὕπαρξις υπάρχω < αρχαία ελληνική ὑπάρχω ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω (βρίσκομαι σε κατάσταση υπό της αρχής) ἄρχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂érgʰ– (ἄρχω) ἀρχή < ἄρχω Σημασιολογία του ύπαρξη: το γεγονός του υπάρχω η ύπαρξη ζωής σε άλλον πλανήτη η ανθρώπινη ζωή, η υπόσταση τα μυστήρια της ύπαρξης κάθε ζωντανό […]