ανείπωτος

Ανείπωτος

Ετυμολογία: ανείπωτος < α στερητικό και είπα (αόριστος του λέγω) Σημασιολογία: κατά τρόπο που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, απερίγραπτα