ακραιφνώς

Ακραιφνής

ακραιφνής < αρχαία ελληνική ἀκραιφνής < ακεραιοφανής < ακέραιος + φαίνομαι Σημασιολογία: ανόθευτος, καθαρός (για πρόσωπα) γνήσιος