αγγίζω

ακροθιγώς

ακροθιγώς < ακροθιγής ακροθιγής < ακρο + -θιγής (< θέμα θιγ- του θιγγάνω) θιγγάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰeyǵʰ– (ζυμώνω, δίνω μορφή, αγγίζω) αγγίζω < εγγίζω < εγγύς