έρωτας

Αγαπώ – Φιλώ – Έραμαι

Είναι πράγματι περίεργο πώς τρεις από τις πιο συχνές και καίριες λέξεις τής Ελληνικής σε μεγάλη χρήση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, οι λέξεις αγαπώ/αγάπη, φιλώ/φίλος και έρωτας, παραμένουν άγνωστες ως προς την ετυμολογική τους προέλευση. Το ρήμα ἀγαπῶ (από το οποίο παρήχθη το ουσιαστικό ἀγάπη, μόλις τον 3ο αιώνα π.Χ.), μολονότι απαντά ήδη στον Όμηρο (Οδ. Ψ 214 «οὕνεκά σ’ […]

Έρωτας

έρωτας < αρχαία ελληνική ἔρως < ἔραμαι/ἐρῶ ἔρως < ομόρ. του ἔραμαι (ἐράω) ένθερμη αγάπη, έρωτας, πόθος, λίμπιντο Σημασιολογία: σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση η σχέση μεταξύ ερωτευμένων το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη βαθιά έλξη ή ενδιαφέρον έχω έρωτα με τα ιταλικά