άπειρος

Άπειρος

Ετυμολογία της λέξης άπειρος άπειρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄπειρος < ἀ- στερητικό + πέρας / πεῖρας (ουδέτερο, τέλος) πέρας < αρχαία ελληνική πέρας   Σημασιολογία της λέξης άπειρος που δεν έχει τέλος, όρια ≈ συνώνυμα: απέραντος, απεριόριστος ≠ αντώνυμα: πεπερασμένος (μαθηματικά) σύμβολο: ∞, → δείτε τη λέξη άπειρο εξαιρετικά μεγάλος ≈ συνώνυμα: αλογάριαστος, άμετρος, αναρίθμητος, πολυάριθμος

Πείρα

Ετυμολογία της λέξης πείρα πείρα < αρχαία ελληνική πεῖρα < πειρῶμαι πεῖρα < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *per– (περνώ, διαπερνώ) (συγγενής λέξη με τα πείρω (διαπερνώ), περάω (μεταφέρω μακριά) Σημασιολογία της λέξης πείρα η γνώση που προσφέρει η πρακτική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο· είναι παιδί ακόμα, δεν έχει πείρα της ζωής εἰς πεῖραν ἔρχεται: αποδεικνύεται όταν […]