Έκφραση

έκφραση < αρχαία ελληνική ἔκφρασις ἔκφρασις < αρχαία ελληνική ἐκφράζω < ἐκ + φράζω (< συγγενές προς τη φράση και ίσως προς τη λέξη φρήν και όχι προς το φράσσω/φράγμα) φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω, ρήματα διάφορα του επίσης αρχαιοελληνικού φράζω που έχει άλλη ρίζα φρήν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰren- (νους, ψυχή) (ρίζα κοινή με τα φρενόω, φρονέω, φροντίς, σώφρων) Σημασιολογία της λέξης έκφραση καθιερωμένη περίφραση ικανότητα (μετάδοσης) ή τρόπος μετάδοσης πληροφορίας ή εκτέλεση-δράση που την γέννα (λεκτική, συναισθηματική, μορφαστική, καλλιτεχνική, πολιτιστική, γενετική, μορφολογική κτλ.) Σημασιολογία της […]

Ελευθερία

ἐλευθερία < ἐλεύθερος ἐλεύθερος < *h₁lewdʰ-. Συγγενές με τα (λατινικά) liber, (σανσκριτικά) रोधति (rodhati) κ.ά. Ομόρριζο με το ἐλεύσομαι, μέλλοντα του ἔρχομαι Και ένα σχόλιο ιστοσελίδας που μας άρεσε: Η λέξη «ἐλευθερία» προκύπτει «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς», δηλαδή «να πηγαίνει κάποιος εκεί όπου αγαπάει/επιθυμεί». (ἐλεύθω= ἐρχομαι, πορεύομαι / ἐρῶ= αγαπώ -> ἔρως) «Ελευθερία» λοιπόν δεν είναι, σύμφωνα με την […]

Έλλειψη

έλλειψη < αρχαία ελληνική ἔλλειψις Σημασιολογία: κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της καμπύλης αυτής η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού, η ανεπάρκεια υπάρχει έλλειψη νερού

Έλληνας

Έλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην Όπως και το όνομα Ἑλλάς, θεωρείται ότι προέρχεται από τη λέξη Ἑλλοί ή Σελλοί (οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής γύρω από το ιερό της Δωδώνης) Σελλοί < αρχαία ελληνική Σελλοί < προελληνική Σημασιολογία του Έλληνας: Έλληνας αρσενικό, Ελληνίδα θηλυκό (εθνικό) αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή έχει ελληνική ιθαγένεια […]

ελλοχεύω

ελλοχεύω < αρχαία ελληνική ἐλλοχῶ < ἐν- + -λοχῶ < λόχος συνηρημένη μορφή του: ἐλλοχάω ἐλλοχάω < λόχος λόχος < αρχαία ελληνική λόχος λόχος < λέχομαι Σημασιολογία: καραδοκώ, παραμονεύω, ενεδρεύω

Εμβριθής

Ετυμολογία της  λέξης εμβριθής εμβριθής < αρχαία ελληνική ἐμβριθής < ἐμβρίθω < ἐν + βρίθω βρίθω < αρχαία ελληνική βρίθω είμαι γεμάτος βαρύνω, φορτώνομαι υπερισχύω, νικώ Σημασιολογία της λέξης εμβριθής εμβριθής αρσενικό, εμβριθής θηλυκό, εμβριθές ουδέτερο που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο Ο Σωκράτης, […]

εμπάθεια

εμπάθεια < ελληνιστική κοινή ἐμπάθεια (ισχυρό πάθος) ἐμπάθεια < ἐν + πάθος πάθος < αρχαία ελληνική πάθος πάθος < πάσχω πάσχω < *πάθσκω (παθ- + πρόσφυμα -σκ-) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷenth– (πάσχω, υποφέρω)

εμπαιγμός

εμπαιγμός < εν + παιγμός[<παίζω] (ελληνιστικό ἐμπαιγμός) Σημασιολογία: εμπαιγμός αρσενικό η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπαίζω περιφρονητικός ή προσβλητικός αστεϊσμός σε βάρος κάποιου ο χλευασμός, το κορόιδεμα, το περιγέλασμα η απάτη, η εξαπάτηση, η παραπλάνηση

Ενδελέχεια

ενδελέχεια < αρχαία ελληνική ἐνδελέχεια < ἐνδελεχής < ἐν + δολιχός < ινδοευρωπαϊκή *dl̥h₁gʰós (μακρύς) Σημασιολογία: η συνέχεια, η διάρκεια η συνεχής και αδιάλειπτη φροντίδα ή επιμέλεια

ενδελεχώς

ενδελεχώς < από το επίθετο ενδελεχής < ἐν + δολιχός ενδελεχής < αρχαία ελληνική ἐνδελεχής < σύνθετη λέξη από τις αρχαίες ελληνικές ἐν + δόλιχος δόλιχος < δολιχός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dl̥h₁gʰós (μακρύς)