φθίνω

φθίνω < αρχαία ελληνική φθίνω φθίνω < θέμα φθι- + πρόσφυμα ν φθίνω και φθίω και φθινάω και φθινέω και (ποιητ.) φθινύθω λιγοστεύω, ελαττώνομαι, χάνομαι φθίνει καὶ μαραίνεται νόσῳ (εξαιτίας ασθένειας) σελήνη αὐξανομένη καὶ φθίνουσα φθίνουσιν νύκτες τε καὶ ἤματα(οι ημέρες) τοῖς μὲν αὔξεται βίος, τῶν δὲ φθίνει (μεταφορικά) χάνομαι ή κάτι που χάνεται μηδέ τοι αἰὼν φθινέτω (μην αφήσεις να πάει χαμένη η ζωή σου) έχω φυματίωση (η μετοχή) οἱ φθίνοντες πεθαίνω, σκοτώνομαι πρὸς φίλου ἔφθισο ἐν πολέμῳ φθίμενον για τον προσδιορισμό της ημέρας, της ώρας […]

Φόβος

φόβος < αρχαία ελληνική φόβος φόβος < πρωτοελληνική *pʰógʷos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰógʷos < *bʰegʷ– (φεύγω, το σκάω) φεύγω < αρχαία ελληνική φεύγω φεύγω < το θέμα φευγ- και κατά μετάπτωση φυγ- (συγγενές με το λατινικό fugio)

Φύση

Ετυμολογία της λέξης φύση φύση < αρχαία ελληνική φύσις < φύω – φύομαι (φυτρώνω, βλασταίνω) φύω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰuH– (φαίνομαι, ανατέλλω, γίνομαι), συγγενές με τα (αρμενικά) բոյս – boys (φυτό), (σανσκριτικά) भवति – bhavati (γίνομαι), (λατινικά) fui (έγινα, υπήρξα), (λατινικά) futurus, (αγγλοσαξονικά) beon (αγγλικά be), (αλβανικά) bëj   Σημασιολογία της λέξης φύση ο φυσικός […]

Φως

Ετυμολογία της λέξης ΦΩΣ Πώς οι λέξεις εστία, έννυμι, οψ, ωψ, όσσε, μάτι κ.ά. προέρχονται από τη ρίζα φα- (φάος, φως). Το θέμα που θα προσπαθήσω να φωτίσω, απ’ όλες τις πλευρές του, αποτελεί μια από τις είκοσι ρίζες της ελληνικής γλώσσας, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη του ετυμολογικού λεξικού το οποίο συνέταξα. (Το ετυμολογικό […]

χείμαρρος

χείμαρρος < αρχαία ελληνική χειμάρροος < χειμών + ροή < ρέω χειμών < αρχαία ελληνική χειμών χειμών < χεῖμα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰeym–  

χειραγωγώ

χειραγωγώ < χείρ + ἄγω (παίρνω κάποιον από το χέρι και τον οδηγώ) ἄγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ– (ἄγω). Συγγενές με τα (σανσκριτικά) अजति (ájati, οδηγώ), (παλαιοαρμενικά) ածեմ (acem, μεταφέρω), (λατινικά) ago, (αρχαία σκανδιναβικά) aka (οδηγώ)

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Ετυμολογία της λέξης Χριστούγεννα Χριστούγεννα < μεσαιωνική ελληνική Χριστούγεννα < Χριστού + γέννα Χριστός < ελληνιστική κοινή Χριστός < αρχαία ελληνική χριστός < χρίω [(σημασιολογικό δάνειο) αραμαϊκή משיחא (mʃiħɑ: μεσσίας)] μεσσίας < ελληνιστική κοινή μεσσίας < αραμαϊκή משיחא (mʃiħɑ) < εβραϊκή משיח (maːˈʃiːaħ=μυρωμένος) < משח (χρίω, μυρώνω) χρίω < αρχαία ελληνική χείω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēy– (χρίω, επαλείφω) < *gʰer– (τρίβω) χείω < επικός τύπος του χέω χέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰew– (χέω, χύνω, ρέω) γέννα < αρχαία ελληνική γέννα Σημασιολογία της λέξης Χριστούγεννα (θρησκεία) χριστιανική εορτή, στις 25 Δεκεμβρίου, στη μνήμη της γέννησης του Ιησού Χριστού (κατ’ επέκταση) η εορταστική περίοδος από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα Τα Χριστούγεννα (σύνθετη λέξη της δημοτικής Χριστός + γέννα) είναι η ετήσια χριστιανική εορτή της γέννησης του Χριστού και κατ’ […]

Χρόνος

Ετυμολογία της λέξης χρόνος χρόνος< κληρονομημένη από την αρχαία ελληνική χρόνος χρόνος < συγγενές με το χείρ, αβέβαιης ετυμολογίας Σημασιολογία της λέξης χρόνος (στον ενικό) ≈ συνώνυμα: καιρός εξέλιξη, διαδοχή, ροή των γεγονότων στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον ο χρόνος κυλάει αδιάκοπα και αναπότρεπτα γιατί άπιστος κρέμεται ο Χρόνος στον άνθρωπο επάνω και της […]

ψήγμα

ψήγμα < αρχαία ελληνική ψῆγμα ψῆγμα < ψήχω ψήχω < αρχαία ελληνική ψήχω ψήχω < ψήω ψήω < το θέμα ψη- (με πρόσφυμα j + ω = ψήjω = ψήω-ψῶ) Σημασιολογία: ξύνω, τρίβω ελαφρά, ψηλαφώ, ψαύω, αποσπογγίζω: τύπος του ψάω. Απαντάται κυρίως σε σύνθετα

ψυχαγωγώ

Ψυχαγωγώ < ψυχαγωγία. Προερχόμενη από σύνθεση των «ψυχή» και «άγω», σημαίνει την αγωγή της ψυχής. ψυχαγωγώ < ελληνιστική κοινή ψυχαγωγέω / ψυχαγωγῶ < αρχαία ελληνική ψυχή + ἄγω ψυχαγωγία < αρχαία ελληνική ψυχαγωγία < ψυχαγωγός (οδηγός των ψυχών των νεκρών) < ψυχό- + ἀγωγός < ἄγω