Χρόνος

Ετυμολογία της λέξης χρόνος

χρόνος< κληρονομημένη από την αρχαία ελληνική χρόνος
χρόνος < συγγενές με το χείρ, αβέβαιης ετυμολογίας

Σημασιολογία της λέξης χρόνος

  1. (στον ενικό)
    ≈ συνώνυμα: καιρός
    1. εξέλιξη, διαδοχή, ροή των γεγονότων στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον
      • ο χρόνος κυλάει αδιάκοπα και αναπότρεπτα
      • γιατί άπιστος κρέμεται ο Χρόνος στον άνθρωπο επάνω και της ζωής κλωθοστρίβει τους δρόμους (απόδοση Γρυπάρη, Πίνδαρος, Ισθμιονίκης VIII)
    2. χρονική διάρκεια
      • δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου
      • έχεις χρόνο να τα πούμε μετά;
  2. (με πληθυντικό αρσενικό οι χρόνοι ή και ουδέτερο τα χρόνια)
    1. ημερομηνία ή χρονολογία
    2. η ιστορική περίοδος
      στα βυζαντινά χρόνια
  3. (με πληθυντικό μόνον ουδέτερο: τα χρόνια)
    ≈ συνώνυμα: έτος, χρονιά
    1. η περίοδος δώδεκα μηνών, το έτος, η χρονιά
      πόσα χρόνια έχουμε να ιδωθούμε!
      ένας χρόνος πέρασε από τότε που συναντηθήκαμε για τελευταία φορά
    2. διδακτικό έτος εννέα περίπου μηνών, σχολική χρονιά
    3. η ηλικία
      να ‘χα τα χρόνια σου (να ήμουν νέος σαν κι εσένα)
  4. (με γενική πληθυντικού: χρόνων και προφορικό: χρονών & χρονώ) μονάδα μέτρησης της ηλικίας
    το παιδί έγινε κιόλας δύο χρονών, ένας νέος είκοσι χρόνων
    ≈ συνώνυμα: ετών
  5. (με πληθυντικό μόνον αρσενικό: οι χρόνοι)
      1. (αθλητισμός) το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ένας αθλητής ολοκληρώνει την προσπάθειά του
        ο δρομέας κάλυψε την απόσταση σε χρόνο-ρεκόρ
      2. φάση μιας διαδικασίας
        ο τετράχρονος κινητήρας ολοκληρώνει έναν κύκλο σε τέσσερις χρόνους
      3. (γραμματική) ρηματικός τύπος που φανερώνει πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα
        ο ενεστώτας χρόνος δηλώνει μια πράξη που γίνεται στο παρόν
        δείτε τις λέξεις: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλων, παρακείμενος και υπερσυντέλικος
      4. (μετρική) η ελάχιστη μετρική μονάδα στην αρχαία ελληνική μετρική, που στηρίζεται στην προσωδία
      5. (μουσική) μονάδα μέτρησης της χρονικής διάρκειας ενός ήχου (φθόγγου) ή παύσης όπως ορίζεται από τη μουσική σημειογραφία
        να μετράς τους χρόνους για κάθε αξία: τέσσερις για το ολόκληρο, δύο για το μισό
        ≈ συνώνυμα: αξία
      6. (μουσική) η ρυθμική οργάνωση της μουσικής σε ισόχρονες διαδοχικές κινήσεις· γράφεται στη μουσική σημειογραφία ως κλάσμα αριθμού κινήσεων προς τις διάρκειες αξιών
        το βαλς είναι χορός σε τρεις χρόνους· μετριέται σε τρία τέταρτα 3/4
        ≈ συνώνυμα: ρυθμική αγωγή, ρυθμός

      Αρχαία ελληνικά

    1. χρόνος, χρονική στιγμή
      πρῶτον μὲν τὸν Πειραιᾶ ἐτειχίσαμεν ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ, εἶτα τὸ μακρὸν τεῖχος τὸ βόρειον (Ανδοκίδης, Περὶ τῆς πρὸς Λακεδαιμονίους εἰρήνης)
    2. εποχή
    3. διάρκεια της ζωής, διάρκεια
      τεσσαράκοντα χρόνους ἐνιαυτῶν: διάρκειας 40 ετών
    4. ηλικία
    5. βραδύτητα, αργοπορία
      χρόνους ἐμποιεῖν: κωλυσιεργείς, καθυστερείς
    6. (γραμματική) χρόνος ρήματος
    7. (γραμματική, μετρική) ποσότητα διάρκεια συλλαβής, η ελάχιστη υποδιαίρεση του μετρικού ποδός

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr