φθίνω

φθίνω < αρχαία ελληνική φθίνω

φθίνω < θέμα φθι- + πρόσφυμα ν

φθίνω και φθίω και φθινάω και φθινέω και (ποιητ.) φθινύθω

  1. λιγοστεύωελαττώνομαιχάνομαι
    φθίνει καὶ μαραίνεται νόσῳ (εξαιτίας ασθένειας)
    σελήνη αὐξανομένη καὶ φθίνουσα
    φθίνουσιν νύκτες τε καὶ ἤματα(οι ημέρες)
    τοῖς μὲν αὔξεται βίος, τῶν δὲ φθίνει
  2. (μεταφορικά) χάνομαι ή κάτι που χάνεται
    μηδέ τοι αἰὼν φθινέτω (μην αφήσεις να πάει χαμένη η ζωή σου)
  3. έχω φυματίωση (η μετοχή)
    οἱ φθίνοντες
  4. πεθαίνωσκοτώνομαι
    πρὸς φίλου ἔφθισο
    ἐν πολέμῳ φθίμενον
  5. για τον προσδιορισμό της ημέρας, της ώρας
    πρίν κεν νὺξ φθῖτο και
    μὴν φθίνων (το τελευταίο δεκαήμερο) αλλά στον Όμηρο το δεύτερο δεκαπενθήμερο

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr