Υπερβολικός

υπερβολικός < ελληνιστική κοινή ὑπερβολικός < ὑπέρ + βάλλω

Σημασιολογία του υπερβολικός:

  1. που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση
    στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία
    • μεγαλύτερος από το επιτρεπτό ή από το ανεκτό
      πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών
  2. (για πρόσωπο) που υπερβάλλει μιλώντας
    μη γίνεσαι υπερβολικός
  3. που αναφέρεται στη γεωμετρική υπερβολή

Σημασιολογία του υπερβολή:

  1. το ξεπέρασμα, η υπέρβαση
  2. η πάροδος
  3. (ειδικότερα) το πέρασμα ανάμεσα σε βουνά
  4. η τελειότητα
  5. (αστρονομία) το ύψος ενός άστρου στον ουρανό

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr