υβριδικός

υβριδικός < ουσιαστικό υβρίδιο + κατάληξη -ικός

υβρίδιο < γαλλική hybride < λατινική hybrida < αρχαία ελληνική ὕβρις (αντιδάνειο)

ὕβρις < αρχαία ελληνική πρόθεση και επίρρημα ὑπέρ ή ίσως από ὕς + βαρύς / βριαρός

ύβρις = βία που προέρχεται από υπερβολική αίσθηση δύναμης

Σημασιολογία της λέξης υβρίδιο:

  1. (βιολογία): το φυτό ή ζώο που έχει δημιουργηθεί με τη διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικά ανόμοια
  2. (φυσική): συνδυασμός ηλεκτρικής ενέργειας ή πηγών ενέργειας
  3. (τεχνολογία): η συνένωση και λειτουργία αλλότροπων μέσων ηλεκτρονικών εφαρμογών
  4. (γλωσσολογία) η σύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr