Σωτηρία

Ετυμολογία της λέξης σωτηρία

σωτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σωτηρία
σωτήριος < αρχαία ελληνική σωτήριος < σωτήρ
σωτήρ < αρχαία ελληνική σωτήρ

σωτήρ < σῴζω + -τήρ

σώζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῴζω
σώος < αρχαία ελληνική σῷος  (σώος σημαίνει ολόκληρος, άθικτος)

Σημασιολογία της λέξης σωτηρία

  1. απαλλαγή, απελευθέρωση από δύσκολη κατάσταση, κίνδυνο ή ασθένεια
  2. (στη θρησκεία) η λύτρωση της ανθρωπότητας από δεινά όπως ο πόνος, η κακία ή ο θάνατος

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr