Ροή

ροή < αρχαία ελληνική ῥοή

ῥοή < ῥέω

ῥέω < *srew- (ρέω). Συγγενές με τα (σανσκριτικά) स्रवति (srávati), (αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα) строуꙗ (struja, ροή), (αγγλικάstream, (σλαβικάostrov

Σημασιολογία:

  1. (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
  2. (φυσική) η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
  3. (γενικότερα) η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο
  4. η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
  5. (μεταφορικά) η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια
  6. (βιομηχανία) η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr