Ορμόνη

ορμόνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hormone + -όνη < αρχαία ελληνική ὁρμή\

Σημασιολογία:

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr