Οργασμός

οργασμός < αρχαία ελληνική ὀργασμός < ὀργάω-ῶ

ὀργάω < ὀργή

ὀργή, ἡ (ὀρέγω), η φυσική προς τι ορμή, η προς τι ώθησις των αισθήσεων(βλ. ὀργάω)

Σημασιολογία του οργασμός:

  1. (ιατρική) το αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης
    φτάνω σε οργασμό
  2. (μεταφορικά) έντονη δραστηριότητα σε κάποιον τομέα

Σημασιολογία του οργάω:

  1. για χωράφι που είναι καλοποτισμένο και έτοιμο για την καλλιέργεια σιτηρών
  2. για δένδρα που είναι έτοιμα να ανθίσουν
  3. για καρπούς που είναι έτοιμοι να ωριμάσουν
  4. (για άνδρες) κατέχομαι από λαγνεία
  5. (για ζώα) βρίσκομαι στην εποχή της σεξουαλικής συνεύρεσης
  6. (γενικότερα) είμαι γεμάτος από ορμή και επιθυμία για κάτι
  7. (μεταβατικό) μαλακώνω κάτι δουλεύοντάς το

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr