Ξεγύμνωμα

ξεγύμνωμα < ξεγυμνώνω

ξεγυμνώνω < ξε- + γυμνώνω

Σημασιολογία του γυμνώνω:

  1. βγάζω όλα τα ρούχα από κάποιον, τον γδύνω εντελώς
  2. αφαιρώ το προστατευτικό περίβλημα από κάτι
    αφού γυμνώσεις στην άκρη τα καλώδια, ένωσε το κόκκινο με το μπλε

Σημασιολογία του ξεγυμνώματος:

  1. η αποβολή των ρούχων
    Είναι ωραία η πλάζ των γυμνιστών αλλά στη γυναίκα μου δεν αρέσει το ξεγύμνωμα
  2. (μεταφορικά) η αποβολή όλων όσων συγκαλύπτουν την αλήθεια, η αποκάλυψή της και η έκθεση των τυχόν ενόχων ή υπαιτίων μιας κατάστασης

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr