μελαγχολία

μελαγχολία < αρχαία ελληνική μελαγχολία < μελάγχολος < μέλας + χολή

μέλας < αρχαία ελληνική μέλας

μέλας, μέλαινα, μέλαν

χολή < αρχαία ελληνική χολή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰelh₃– (ανθίζωπράσινος) –

  1. πικρό και πρασινωπό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από το συκώτι

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr