Μαγειρική

μαγειρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαγειρικός

μαγειρικός < μάγειρος

μάγειρος < αρχαία ελληνική μάσσω

μάσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mag-

Σημασιολογία του μαγειρική:

  1. η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά
  2. τάδε μαγειρική: διαφορετική “σχολή” και τεχνικές μαγειρέματος, ιταλική ~, γαλλική ~, ιαπωνική ~, σιγκαπουριανή ~

Σημασιολογία του μάσσω:

ζυμώνω, δουλεύω κάτι με το χέρι.

  1. ψηλαφώ
  2. ζυμώνω με τα χέρια μου
  3. σφουγγίζω

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr