Ισορροπία

ισορροπία < αρχαία ελληνική ἰσορροπία < ἰσόρροπος < ἴσος + ῥέπω

ῥέπω < ρίζα Fρεπ-, ομόρριζο των ῥάβδοςῥάμνοςῥαπίς

Σημασιολογία:

  1. γέρνω προς τα κάτω, κατεβαίνωπίπτω
    βλεμμάτων ῥέπει βολή (: χαμηκώνει το βλέμμα, για ντροπαλό κορίτσι)
    ὕπνος ἐπὶ γλεφάροις ῥέπων (: ο ύπνος που κλείνει τα βλέφαρα)
  2. κλίνω προς τη μία πλευρά, ρέπωτείνωσυμπαθώυποστηρίζω
    εὖ ῥέπει θεός (ο θεός τον ευνοεί, τον πριμοδοτεί, τείνει προς το μέρος του)
    ῥέπων πρὸς τὴν ἡδονήν – ῥέπων πρὸς τὴν ὀλιγαρχίαν
  3. είμαι αμφίρροποςασταθής
    ὅ τι πολλᾷ ῥέποι ( :που αλλάζει διαρκώς)
  4. συντελώκαταλήγωυπερισχύωεπικρατώ
    μοι σκοπουμένῳ ἔρρεψε δεῖν (η γνώμη που ήταν αναγκαία επικράτησε, κατέληξε, έγειρε τελικά προς τη σωστή γνώμη η απόφαση)
    τὸ μηδὲν εἰς οὐδὲν ῥέπει
  5. συμβαίνω
  6. επηρεάζω
    νομίζων τούτους πλεῖστον ῥέπειν ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν τῇ πόλει
  7. δείχνωυποδεικνύω, πάω προς τα κάπου
    τοὔργον εἰς ἐμὲ ῥέπον
  8. μέσο ῥέπομαι: βρίσκομαι σε ισορροπία με το ίσος
    τῶνδ᾽ ἐξ ἴσου ῥεπομένων (των ευρισκομένων σε ισορροπία)

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr