Εύκολος

εύκολος < αρχαία ελληνική εὔκολος < εὖ + κόλον
κόλον < αρχαία ελληνική κόλον
το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου

Σημασιολογία:¨

  1. που επιτυγχάνεται ή επιλύεται χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια
  2. (για πρόσωπα”) που δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να προσεγγιστεί ερωτικά

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαδρομές αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης
Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr