Ενοχή

ενοχή < μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι

ενέχομαι < αρχαία ελληνική ἐνέχομαιπαθητική φωνή του ρήματος ἐνέχω

ἐνέχω < ἐν + ἔχω

Σημασιολογία του ενοχή:

  1. η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη
    ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου
  2. (και στον πληθυντικό) η κατάσταση κατά την οποία κάποιος μέμφεται τον εαυτό του για πράξη ή παράλειψή του – το συναίσθημα που συνοδεύει αυτήν την κατάσταση
    δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις
  3. η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράλειψης

Σημασιολογία του ενέχω:

  1. διάκειμαιαισθάνομαι
    Ἀστυάγης δὲ κρύπτων τὸν οἱ ἐνεῖχε χόλον διὰ τὸ γεγονός,… (Ο Αστυάγης, κρύβοντας την οργή που τον διακατείχε για το γεγονός, …)
    Κῦρος δὲ ἀπορίῃσι ἐνείχετο (Ο Κύρος δε βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία)
  2. πιάνομαιχώνομαιαγγιστρώνομαι
    ἐνεχομένων τῶν πελτῶν τοῖς σταυροῖς (καθώς πιάστηκαν οι μικρές ασπίδες στα δοκάρια)
  3. κρατώ διατηρώ εντός
  4. εισέρχομαιεισδύω
    ὅπως αἱ αὐγαὶ τοῦ φέγγους ὡς μάλιστα ἐνέχωσιν, ἵνα προσθέοντι ὡς φανότατον ᾖ τὸ ἔσω (για να εισδύει, να μπαίνει το φως μέσα όσο γίνεται περισσότερο)
  5. εμπλέκω, είμαι εναντίον κάποιου, επιβαρύνω
    εἰ δὲ μὴ αὐτὸν ἐν τῷ ἄγεϊ ἐνέχεσθαι (…για να μην τον βαρύνει κατάρα, να μη βρεθεί παγιδευμένος από κατάρα)

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr