Ειδύλλιο

Ετυμολογία της λέξης ειδύλλιο

ειδύλλιο < ελληνιστική κοινή εἰδύλλιον (για το λογοτεχνικό είδοςγια νεότερες σημασίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική idylle (< λατινική īdyllium < ελληνιστική κοινή εἰδύλλιον). Δείτε και εἶδος

Σημασιολογία της λέξης ειδύλλιο

ειδύλλιο ουδέτερο
  1. (φιλολογία) ποίημα ή λογοτεχνικό έργο με ερωτικό κυρίως περιεχόμενο και χαρακτήρα παρόμοιο με το αρχαίο ” εἰδύλλιον
  2. ρομαντική ερωτική σχέση
  3. (ειρωνικά) σύντομη περίοδος συνεννόησης ή συνεργασίας μεταξύ αντιπάλων

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr