εθισμός

εθισμός < εθίζω < έθος

έθος < αρχαία ελληνική ἔθος

ἔθος < ἔθω (συνηθίζω)

ἔθω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *swe-dʰh₁ < *swe- (εαυτός) + *dʰeh₁- (θέτω)

αρχαία αλληνική λέξη ἐθισμός

Σημασιολογία:

Related Λήμματα

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr