δυσφορία

δυσφορία < δυσφορώ < δυσ + φέρω

φέρω < αρχαία ελληνική φέρω

φέρωπρωτοελληνική *pʰérō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰéreti < *bʰer– (φέρωμεταφέρω) (θέμα φερ- (φέρετρον) και με μετάπτωση φορ- (φόρος) και φαρ-(φαρέτρα) και φωρ- (φωριαμός) και οι άλλοι χρόνοι από θέμα ενεκ- και με ετεροίωση ενοκ|χ- και θέμα οισ- (οἰστός)

Σημασιολογία:

  1. συναίσθημα ελαφράς αδιαθεσίαςαβολίας
    δυσφορία στο στομάχι
  2. συναίσθημα ελαφρού εκνευρισμούδυσανασχέτηση
    δυσφορία της κυβέρνησης με τη στάση των τραπεζών

Related Λήμματα

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr