διασκέδαση

διασκέδαση < ελληνιστική κοινή διασκέδασις (1. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική divertissement)

διασκεδάζω < ελληνιστική κοινή διασκεδάζω < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι (από τον αόριστο διεσκέδασα) < διά + σκεδάννυμι < ινδοευρωπαϊκή *sqhed– (1-4: μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική dissiper)

σκεδάννυμι < σκεδάσ- (<ἐσκέδασα=αόριστος του σκίδνημι) + ενεστωτικό επίθημα -νυ- + -μι < ινδοευρωπαϊκή *sqhed

 

Σημασιολογία του διασκέδαση:

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω
  2. (σπάνιο) (λόγιο) διασκόρπισηδιάλυση

Σημασιολογία του διασκεδάζω:

  1. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα
    με διασκεδάζουν τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  2. (μεταβατικό) ψυχαγωγώ κάποιον
    ο οικοδεσπότης κάλεσε έναν γελωτοποιό να διασκεδάσει τους καλεσμένους του
  3. (αμετάβατο) χαμογελώ ή γελώ ή νιώθω ευχάριστα με κάτι που γίνεται
    διασκεδάζω με τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  4. (αμετάβατο) ψυχαγωγούμαι
    σήμερα θα βγούμε έξω να διασκεδάσουμε
  5. (σπάνιο) (λόγιο) διασκορπίζω
    πρέπει να κάνουμε κάτι για να διασκεδάσουμε τις υποψίες του

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr